Τετάρτη, 18 Μαΐου,2022
ΑρχικήΕκπαίδευση - ΠαιδείαΣύλλογος Εκπ/κών Π. Ε. Αμαρουσίου: ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΜΑΣ...

Σύλλογος Εκπ/κών Π. Ε. Αμαρουσίου: ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ



Αγαπητοί γονείς των μαθητών μας,

Νιώθοντας την ανάγκη και την ηθική υποχρέωση να μιλήσουμε ανοιχτά για τον τρόπο που αντιμετωπιζόμαστε, εμείς οι εκπαιδευτικοί, από τη φυσική και πολιτική μας ηγεσία και πλέον από μέρος της κοινωνίας, μετά από στοχευμένες επιθέσεις των ΜΜΕ καταθέτουμε τα ακόλουθα:

Αναφορικά με την ΤΗΛΕ – «ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ», ήδη με την δημοσίευση του ΦΕΚ για τον τρόπο παροχής σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης κατά τη σχολική χρονιά 2021 – 2022, ένα πράγμα γίνεται σαφές: στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 ο νομοθέτης αναφέρει την περίπτωση αποχής και κατάληψης ανοίγοντας ταυτόχρονα «παράθυρο» για τηλεκπαίδευση στις περιπτώσεις φυσικών καταστροφών (χιόνια, πλημμύρες, σεισμοί κ.λπ.)! Το απόγευμα της Κυριακής 23 – 1 – 2022 δόθηκε εντολήτηλεκπαίδευσης από το ΥΠΑΙΘ στους Διευθυντές Π. Ε., εκείνοι την μεταβίβασαν στους/στις Διευθυντές/Διευθύντριες και Προϊστάμενους/-ες σχολικών μονάδων κι οι τελευταίοι σε εμάς.

Κάπως έτσι βρεθήκαμε, απόγευμα και βράδυ Κυριακής, να τρέχουμε πανικόβλητοι/-ες να θυμηθούμε πώς απευθύνουμε προσκλήσεις διαδικτυακής διδασκαλίας, να ανεβάζουμε αρχεία σε πλατφόρμες, να αντιγράφουμε συνδέσμους και υπερσυνδέσμους. Κληθήκαμε να μαντέψουμε ποια βιβλία και τετράδια έχουν αφήσει οι μαθητές στο σχολείο, με ποια αρχεία να τους εφοδιάσουμε.

Τα καταφέραμε και πάλι χωρίς να έχουμε καμιά στήριξη από το ΥΠΑΙΘ και την πολιτεία! Πολλοί συνάδελφοι σε πολλά σχολεία δεν τα κατάφεραν για λόγους αντικειμενικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή τους. Δεν είναι δυνατό οι εκπαιδευτικοί να βρισκόμαστε υπόλογοι για την προχειρότητα ή την ανεπάρκεια άλλων και ιδιαίτερα του ΥΠΑΙΘ και των πολιτικών της κυβέρνησης. Επί δύο χρόνια τώρα από την αρχή της πανδημίας (Μάρτιος 2020) στηρίξαμε τους μαθητές μας και το Δημόσιο Σχολεία με τα δικά μας απολύτως μέσα και χωρίς καμία στήριξη από την πολιτεία, χωρίς χορήγηση δωρεάν εξοπλισμού, χωρίς επιμόρφωση, χωρίς έστω ένα ευχαριστώ από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘ. Αντίθετα η κυβέρνηση φρόντισε, με το νόμο 4808/2021 για την τηλεργασία στο Δημόσιο Τομέα, να εξαιρέσει τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων της δημόσιας εκπαίδευσης από τις πρόνοιες του νόμου (δωρεάν παροχή εξοπλισμού, συνδέσεων και ημερήσιας αποζημίωσης για την περίπτωση παροχής τηλεργασίας από το σπίτι) έχοντας την απαίτηση και πιέζοντάς μας με εκβιαστικές – εκφοβιστικές μεθόδους να παρέχουμε τηλε – «εκπαίδευση» από τα σπίτια μας, χωρίς αυτό να περιγράφεται από το νόμο, ακόμα κι όταν είναι αδύνατη, λόγω καιρικών συνθηκών, η πρόσβασή μας στη σχολική μας μονάδα για να παρέχουμε από εκεί τηλε – «εκπαίδευση».  Ωστόσο το θέμα δεν είναι μόνο στενά οικονομικό – πρακτικό αλλά βαθιά παιδαγωγικό και έχει να κάνει με το πως αντιλαμβανόμαστε τη διδασκαλία, τη μόρφωση και την παροχή αυτών.

Ευκαιρία, λοιπόν, να αναρωτηθούμε:

1. Πώς αντιλαμβάνεται η κοινωνία μας το έργο του δασκάλου; Πρόκειται για μια αυτοματοποιημένη διαδικασία που αλλάζει από το manual στο auto; Προωθείται συστηματικά η άποψη πως το να μεταφερθούμε κι εμείς και οι μαθητές μας από τη δια ζώσης διδασκαλία στην τηλε – «εκπαίδευση» είναι μόνο θέμα τεχνολογικών υποδομών και αντίστοιχων δεξιοτήτων. Όποιος διαφωνεί ή δεν τα καταφέρνει φέρει τεκμήριο ενοχής!

2. Είναι η εκπαίδευση μια μηχανική μεταφορά πληροφοριών; Είμαστε οι διδάσκοντες πομποί στείρας γνώσης που λειτουργούν άλλοτε με ρεύμα και άλλοτε με μπαταρίες, επαναφορτιζόμενες με διαρκή μόχθο;

3. Είναι η μορφή διδασκαλίας της επόμενης μέρας απλώς ζήτημα μιας απογευματινής υπουργικής ανακοίνωσης; Η εμπειρία μας, μετά από ενάμιση χρόνο τηλεκπαίδευσης, έκανε σαφές σε όλους (διδάσκοντες, διευθυντές, μαθητές και γονείς) πως η μεταφορά σε τηλε – «εκπαίδευση» και μάλιστα σύγχρονη, απαιτεί διαφορετική προπαρασκευή, άλλον σχεδιασμό. Αυτά με τη σειρά τους χρειάζονται πολύωρη προετοιμασία, ακόμη και για τους πιο έμπειρους ψηφιακά. Για όσους δεν το κατανοούν, να το πούμε πιο απλά: ζητούμενο σε κάθε μαθησιακή – διδακτική πράξη είναι πρωτίστως να διατηρήσει ακέραιη την εικόνα του ο δάσκαλος (γιατί αλλιώς αύριο θα είναι μισός) και να αξιοποιήσει γνωστικά τη διδασκαλία η μαθήτρια κι ο μαθητής. Στην περίπτωσή μας: να σταθεί με αξιοπρέπεια ο εκπαιδευτικός μπροστά στην κάμερα κι ο μαθητής να νιώσει ότι εκπαιδεύεται. Με την πρακτική του ΥΠΑΙΘ όμως, ο δεύτερος νιώθει πως «μαντρώνεται» μπροστά στην οθόνη κι ο πρώτος πως «κέρδισε» μία αργία! Το κόστος θα το πληρώσουμε όλοι.

4. Λαμβάνουν οι εκπαιδευτικοί της χώρας το μήνυμα ότι είναι επί της ουσίας πολύτιμοι, ως δάσκαλοι και δασκάλες των παιδιών της; Ή αντίθετα, εκπέμπεται άλλο μήνυμα, πως δε χάλασε δα κι ο κόσμος! Ως ισοδύναμες δεν προβάλλονται εξάλλου η δια ζώσης και η εξ αποστάσεως διδασκαλία; Αντίστοιχα, δε χάλασε κι ο κόσμος αν εργαζόμαστε ανελλιπώς, σε πολλά σχολεία με συνωστισμό, με χιλιάδες κρούσματα covid, μήνες τώρα. Δεν χρειάζεται να είναι πολύτιμος λοιπόν ο δάσκαλος. Αρκεί να αποδεικνύεται αναλώσιμος και ετοιμοπόλεμος!

5. Είναι η εκπαιδευτική πράξη μια αποστειρωμένη τηλεμεταφερόμενη μηχανική διαδικασία; Είναι μήπως η πάση θυσία αποφυγή του απρόβλεπτου; Ο εξοβελισμός του τυχαίου, το ξόρκισμα της ανατροπής; Είναι επιστροφή στην ομαλότητα και στην κανονικότητα η αναίρεση μιας «άσπρης μέρας» που το παιδί θα βγει και θα παίξει χιονοπόλεμο; Λειτουργούμε ως συνεπείς παιδαγωγοί, όταν, ειδικά μετά από ενάμιση χρόνο καθηλωτικής τηλε – «εκπαίδευσης» μπροστά σε οθόνες, του στερούμε μια σπάνια ευκαιρία για παιχνίδι στο ύπαιθρο, ιδιαίτερα όταν όλη τη φετινή σχολική χρονιά και λόγω της πανδημίας δεν έχει διατεθεί ούτε μια ημέρα για σχολικές επισκέψεις – εκδρομές;

6. Η αμφισβήτηση της τηλε – «εκπαίδευσης» ως υπέρτατης κανονικότητας σημαίνει πως την απορρίπτουμε συλλήβδην; Κι αυτό γιατί τάχα εμμονικά αποστρεφόμαστε την τεχνολογική πρόοδο, όπως κάποιοι πρόθυμοι στα Μ.Μ.Ε. διακινούν; Όχι! Παρείχαμε επί μήνες υπηρεσίες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Το κάναμε όσο καλύτερα μπορούσαμε, με τα δικά μας μέσα και χωρίς στήριξη από το ΥΠΑΙΘ για το καλό το μαθητών μας εν μέσω της πιο μακροχρόνιας πανδημίας των τελευταίων χρόνων διατηρώντας, έστω με αβαρίες, κάποιο πλαίσιο, ένα εκπαιδευτικό περίγραμμα. Αλλά να συμφωνήσουμε και στα στοιχειώδη: η εξ αποστάσεως διδασκαλία είναι ένα υποκατάστατο, μια τεχνητή συνθήκη εκτός αντιληπτικού κάδρου! Δεν μπορεί να είναι μεταβίβαση μορφωτικού αγαθού και κοινωνικοποιητική διαδικασία οι μακρές σιωπές, οι προβληματικές συνδέσεις, τα «ανενεργά» μικρόφωνα, η διαφορά φάσης ανάμεσα στις φράσεις, οι ερωτήσεις που μετεωρίζονται στο κενό, η απώλεια κάθε εξατομίκευσης στην επαφή. Το δια ζώσης μάθημα είναι διαρκές παιχνίδι, μια αέναη συνωμοσία. Δεν είναι διδασκαλικός μονόλογος! Ο δάσκαλος δεν είναι σπίκερ που συνοδεύει PowerPoint. Η τηλε – «εκπαίδευση» δεν είναι λύση γιατί:  1) είναι ακατάλληλη έως βλαπτική για τα μικρά παιδιά, ιδιαίτερα του Νηπιαγωγείου και Δημοτικού Σχολείου, 2) εντείνει τις ανισότητες, γιατί δεν έχουν όλα τα παιδιά μέσα κατάλληλα για να έχουν πρόσβαση σ’ αυτήν αλλά και γιατί οι πιο ευάλωτοι μαθητές δυσκολεύονται περισσότερο να παρακολουθήσουν την διαδικασία ακόμα και όταν έχουν τα μέσα (μαθησιακές δυσκολίες, υπερκινητικότητα και διάσπαση προσοχής, μαθητές με άλλη μητρική γλώσσα κ.λπ.),  3) δεν έχει αναπτυχθεί το κατάλληλο υλικό ούτε οι εκπαιδευτικοί έχουν κατάλληλα εκπαιδευτεί – επιμορφωθεί, 4) ούτε τα σχολεία ούτε οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές έχουν εξοπλιστεί με τα κατάλληλα μέσα (τα οποία οφείλει να τους παρέχει δωρεάν η πολιτεία) στην συντριπτική τους πλειοψηφία, 5) διακυβεύει τα προσωπικά δεδομένα μαθητών και εκπαιδευτικών, 6) απαιτεί την παρουσία των γονέων στο σπίτι για να εποπτεύουν τους μαθητές, όταν είναι στο διαδίκτυο (είναι απαράδεκτο να μένουν χωρίς εποπτεία τα μικρά παιδιά του Δημοτικού Σχολείου όταν πλοηγούνται στο διαδίκτυο), 7) Η εμπειρία μας από σχεδόν ενάμιση χρόνου τηλεκπαίδευσης δείχνει ότι είναι ατελέσφορη: οι μαθητές μας επέστρεψαν σε χειρότερη κατάσταση μαθησιακά, με πολλά ελλείμματα και κενά τα οποία δεν καλύπτονται με τους τρόπους που (δεν) υποδεικνύει το ΥΠΑΙΘ.

Στον πρόσφατο χιονιά, ακόμα κι όταν κηρύχθηκε η Τρίτη 25/1 γενική αργία, παρέμεινε αρχικά ασαφές αν αυτή αφορούσε και τα σχολεία. Η «εύκολη» κι ανέξοδη λύση της τηλε – «εκπαίδευσης» φάνηκε αρχικά να προκρίνεται, ακόμα και σε ακραίες καιρικές συνθήκες, καθώς ο δάσκαλος δεν έχει – φαίνεται – δικαίωμα να προετοιμάσει και να προστατεύσει το σπίτι του από τον χιονιά, δεν δικαιούται να συντρέξει τον άρρωστο και ηλικιωμένο γονιό του, τον φίλο που βρέθηκε σε ανάγκη, δεν έχει ανήλικα μικρά παιδιά που πρέπει να φροντίσει! Ο δάσκαλος αντιμετωπίζεται σαν μια μηχανή υποχρεωμένη σε παροχή γνώσης ανεξαρτήτως συνθηκών, μια μηχανή χωρίς ανάγκες, χωρίς προβλήματα, χωρίς ψυχή.

Τελικά η τηλε – «εκπαίδευση»εργαλειοποιήθηκε από την κυβέρνηση ώστε να μην κάνει αυτά που οφείλει να κάνει το κεντρικό κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση. Δηλαδή: α)Να κρατά το οδικό δίκτυο ανοιχτό. β) Να καθαρίζει πεζοδρόμια, πεζόδρομους και δρόμους από το χιόνι ώστε τα σχολεία να είναι προσβάσιμα.  γ) Να εξοπλίζει τα σχολεία με κατάλληλες συσκευές καθαρισμού του αέρα ώστε να μην κάνουμε μάθημα με ανοιχτά παράθυρα. δ) Να αραιώσει τους μαθητές μέσα στην τάξη και όχι να αυξάνει τον αριθμό τους, με το νόμο 4692/2020, εν μέσω πανδημίας.  δ) Να υποστηρίξει το δημόσιο σύστημα υγείας ώστε να μη χρειάζεται να κλείνουμε τα σχολεία για να μην έχουμε νεκρούς. ε) Να υποστηρίξει τα δημόσια Μέσα Μαζικής Μεταφοράς ώστε να μη συνωστίζονται μαθητές και εκπαιδευτικοί και να μην διασπείρεται ο ιός.

Συνεπώς, τη τηλεκπαίδευση δεν μπορεί να είναι η εναλλακτική λύση για να «μη χάνονται μαθήματα» όπως ισχυρίζεται η υπουργός Παιδείας. Μόνο λύση ανάγκης για να κρατήσεις τα παιδιά σε μια επαφή με τη μαθησιακή διαδικασία με παιχνίδια επαναλήψεις κ.λπ. κι αυτό με δυσκολία, πιο πολύ για την ψυχολογική τους υποστήριξη στην μακρόχρονη αποχή από το σχολείο.

Είναι όμως η τηλε – «εκπαίδευση» ένα εξαιρετικό εργαλείο για να κλείνουν τα σχολεία όποτε επιθυμούν οι κύριοι/κυρίες της κυβέρνησης χωρίς να λογοδοτούν γι’ αυτό, επίσης είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο για τους ιδιώτες σχολάρχες ώστε να εισπράττουν τα δίδακτρα από τους γονείς και να μην πλήττονται οικονομικά από το κλείσιμο των σχολείων (ίσα – ίσα που κερδίζουν επιπλέον, αφού εξοικονομούν χρήματα από τα λειτουργικά έξοδα των σχολείων όπως θέρμανση, ρεύμα, νερό, καθαριότητα, κ.λπ.).

Συμπερασματικά και εξαιτίας όλων των παραπάνω αντιμετωπιζόμαστε συχνά ως «τηλε – δάσκαλοι παντός καιρού». Και μάλιστα με τη διαρκή μομφή μιας κάποιας τάχα ολιγωρίας ή φυγοπονίας που βαρύνει τον κλάδο σαν προπατορικό αμάρτημα. Αντιμετωπιζόμαστε έτσι, χωρίς στοιχειώδη επίγνωση πως αυτό που ζητείται με τις εντολές για τηλε – «εκπαίδευση» δεν είναι ούτε το πιο εύκολο, ούτε το πιο λογικό και αυτονόητο.

Κλείνουμε αυτή την επιστολή τονίζοντας πως η σχολική κοινότητα δοκιμάζεται σφοδρά από τέτοιες πρακτικές. Είναι πρακτικές θεσμικά, εργασιακά, κοινωνικά, πολιτικά και κυρίως παιδαγωγικά απαράδεκτες. Νιώθουμε την πιεστική ανάγκη να το πούμε, κινούμενοι όχι από κάποια συντεχνιακή λογική αλλά κυρίως από δυσφορία και ένα ισχυρό αίσθημα ματαίωσης. Παρ’ όλα αυτά, θα συνεχίσουμε να είμαστε οι καλύτεροι δάσκαλοι και δασκάλες που μπορούμε να είμαστε. Με το βλέμμα μας στραμμένο πάντα στους μαθητές μας! Και αυτό, το γνωρίζουμε καλά, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας τηλε-εντολής.

- Advertisment -

Most Popular

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

- Advertisment -
Translate »